πρωτοφανής /pro.to.fa.ˈnis/ Adjective

English
unprecedented
فارسی
بی‌سابقه

Example

  • Η κατάσταση είναι **πρωτοφανής** στα σύγχρονα χρονικά. [Η κατάσταση / είναι / πρωτοφανής]
  • The situation is unprecedented in modern times.
  • Το 'πρωτοφανής' δίνει έμφαση στην καινοτομία της εμφάνισης.