πρόβλεψη /próvlepsi/ Noun
- English
- prediction
- فارسی
- پیشبینی
Example
- Τα αποτελέσματα του πειράματος επιβεβαίωσαν τις **προβλέψεις** μας. [Η μαντεψιά / Η εκτίμηση / Η εικασία] — της: The results of the experiment confirmed our predictions.
- The results of the experiment confirmed our predictions.
- Εδώ χρησιμοποιείται η καθαρή, επιστημονική έννοια.