προβλέψιμος /pro.vleˈpi.mos/ ΕπίθετοEnglishpredictableفارسیقابل پیشبینیExampleΟ καιρός σε αυτό το νησί είναι αρκετά **προβλέψιμος**.The weather in this region is quite predictable.Εδώ τονίζουμε τη σταθερότητα του κλίματος.