ψηφίζω /p͡sifˈiːzo/ NounEnglishvoteفارسیرأیExampleΗ τελική [ψήφος] ήταν ομόφωνη.The final vote was unanimous.Εδώ η 'ψήφος' είναι το αποτέλεσμα της πράξης.