πτέρυγα /pˈte.ri.ɣa/ Noun
- English
- wing
- فارسی
- بال
Example
- Ο κύκνος χτύπησε τις πτέρυγες [πτέρυγες / φτερά / πλευρές] δυνατά.
- The swan flapped its wings noisily.
- Η 'πτέρυγα' είναι πιο επίσημη για ζώα, αλλά το 'φτερό' κυριαρχεί στην καθημερινή ομιλία για πουλιά.