πυρηνικός /piriˈnikos/ Adjective

English
nuclear
فارسی
هسته‌ای

Example

  • Η χώρα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην [πυρηνική / ατομική / κεντρική] ενέργεια.
  • The country relies heavily on nuclear power.
  • Στην Ελλάδα, ο όρος 'πυρηνική' είναι ο καθιερωμένος για την ενέργεια.