ροή /roˈi/ Noun

English
stream
فارسی
استریم

Example

  • Τα παιδιά έπαιζαν δίπλα στο ορεινό ρυάκι (χειμάρρους / ποταμάκι / ρυάκι).
  • The children played by the mountain stream.
  • Το 'ρυάκι' είναι το πιο καθημερινό και ζεστό.