ΔΙΑΣΠΑΣΗ / ΧΩΡΙΖΩ /ðiasˈpasi/ Ουσιαστικό

English
split
فارسی
جدا کردن

Example

  • Δέκα χρόνια μετά το πικρό τους [σχίσμα], το συγκρότημα επανενώνεται.
  • Ten years after their acrimonious split, the band has reformed.
  • Το 'πικρό σχίσμα' είναι μαγνητική έκφραση για διαφωνίες.