σχετικά /sxeˈti.ka/ Adverb
- English
- relatively
- فارسی
- نسبتاً
Example
- Η εταιρεία είναι **σχετικά** νέα στην αγορά. (Η εταιρεία είναι **κατά προσέγγιση** νέα στην αγορά / **σε κάποιο βαθμό** νέα στην αγορά.)
- The company is relatively new to the market.
- Το 'Σχετικά' εδώ λειτουργεί ως μετριαστής της ηλικίας.