αυτοπεποίθηση /af.to.pe.piˈθi.si/ Επιθετικό

English
confident
فارسی
با اعتماد به نفس

Example

  • Είχε μια χαλαρή, σίγουρη διάθεση.
  • She was in a relaxed, confident mood.
  • Η λέξη 'χαλαρή' δίνει τον τόνο της άνεσης.