σύνδεση /siˈnde.si/ Noun
- English
- connection
- فارسی
- ارتباط
Example
- Υπάρχει σαφής **σύνδεση** (δεσμός / επαφή / συσχέτιση) μεταξύ διατροφής και υγείας.
- There is a clear connection between diet and health.
- Το 'σύνδεση' είναι το πιο ουδέτερο και σύγχρονο.