σύνθεση /siːnˈθesi/ Noun

English
composition
فارسی
ترکیب

Example

  • Η χημική **σύνθεση** του εδάφους ποικίλλει ανά περιοχή. [Η **σύσταση** / Η **δομή** / Η **σύστασή** της]
  • The chemical composition of the soil varies by region.
  • Εδώ τονίζεται η αναλογία των συστατικών.