Νομίζω /noˈmizo/ VerbEnglishthinkفارسیفکر کردنExampleΠραγματικά φρονώ (σκέφτομαι / νομίζω / φρονώ) ότι θα κερδίσει τον αγώνα;Do you really think he'll win the race?Εδώ το «φρονώ» δίνει μια πιο προσωπική, βαθιά εκτίμηση.