Σκέφτομαι /ˈskef.to.me/ Noun

English
thinking
فارسی
فکر کردن

Example

  • Έπρεπε να κάνω γρήγορη [Σκέψη / διανόηση / λογική] για να αποφύγω το ατύχημα.
  • I had to do some quick thinking to avoid the accident.
  • Η «γρήγορη σκέψη» είναι η πιο φυσική έκφραση.