Διστακτικός /ðista(k)ˈtikɔs/ Επίθετο
- English
- sceptical
- فارسی
- شکاک
Example
- Η Μαρία φάνηκε πολύ σκεπτική όταν της είπα τα νέα. [Δυσπιστία / Αμφιβολία / Επιφύλαξη] — Φάνηκε πολύ δυσπιστική όταν της είπα τα νέα.
- She looked highly sceptical when I told her the news.
- Το 'σκεπτικός' εδώ υποδηλώνει εσωτερική επεξεργασία και αμφισβήτηση.