σκουπίδια / πετάω σκουπίδια /ˈlɪtər/ NounEnglishlitterفارسیآشغالExampleΘα επιβληθούν πρόστιμα σε όσους πετούν [Σκουπίδια] στους δρόμους.There will be fines for people who drop litter.Η πιο άμεση και κοινή λέξη για το 'litter' στον δρόμο.