Σοφία /soˈfi.a/ Noun

English
wisdom
فارسی
خردمندی

Example

  • Η [σοφία] της ήταν παροιμιώδης, σαν να είχε ζήσει δέκα ζωές.
  • She was known to be a woman of great wisdom.
  • Εδώ τονίζεται η φήμη της σοφίας της.