σωματικός /so.ma.tiˈkos/ Adjective

English
physical
فارسی
فیزیکی

Example

  • Η σωματική άσκηση βοηθά την καρδιά σου.
  • Physical activity is good for your heart.
  • Εδώ το 'σωματική' είναι η πιο φυσική επιλογή.