σωρός /soˈros/ Noun

English
pile
فارسی
کوه (مجازی) / تلنبار

Example

  • Άφησε έναν [σωρός] (βουνό / σωρό / σωρό) από άπλυτα στο κρεβάτι.
  • She left a pile of laundry on the bed.
  • Το 'σωρός' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή για ακαταστασία.