σοσιαλιστής /so.t͡sja.lisˈtis/ Adjective

English
socialist
فارسی
سوسیالیست

Example

  • Εφάρμοσαν σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα της εκπαίδευσης. (Κοινωνιστικές / Συλλογικές / Ισότητας)
  • They implemented socialist reforms in the education sector.
  • Η λέξη έχει έντονο πολιτικό φορτίο, αλλά χρησιμοποιείται και για να περιγράψει δομές.