Σπάω / Ξεσπάω /ˈspa.o/ Verb

English
snap
فارسی
تق / از کوره در رفتن

Example

  • Ο αέρας είχε [έσπασα] το δέντρο στα δύο.
  • The wind had snapped the tree in two.
  • Εδώ χρησιμοποιούμε τον αόριστο του 'σπάω' (θραύω) για την ολοκληρωμένη πράξη.