Σπόρος /siːd/ Noun

English
seed
فارسی
دانه

Example

  • Ένα πακέτο με αγριολούλουδα: **σπόροι** αγριολούλουδων.
  • A packet of wild flower seeds.
  • Το «κουκούτσι» χρησιμοποιείται κυρίως για φρούτα (π.χ. ροδάκινου).