στάχτη /æʃ/ Noun

English
ash
فارسی
خاکستر

Example

  • Η στάχτη του τσιγάρου έπεσε πάνω στο χαλί.
  • The cigarette ash fell onto the carpet.
  • Η πιο κοινή χρήση για αποτσίγαρα.