στερεότυπο /stɛrɪˈo.ti.po/ NounEnglishstereotypeفارسیکلیشهExampleΟι πολιτισμικές **προκαταλήψεις** (στερεότυπα) μπορούν να είναι πολύ επιζήμιες.Cultural stereotypes can be very damaging.Εδώ το 'στερεότυπο' λειτουργεί ως 'προκατάληψη' (bias).