Σχέδιο /ˈsçeðio/ NounEnglishplanفارسیبرنامهExampleΈχεις κανένα [σχέδιο] για το καλοκαίρι;Do you have any plans for the summer?Το 'σχέδιο' είναι η πιο συχνή λέξη για το 'plan'.