συχνά /sˈxna/ Adverb

English
frequently
فارسی
اغلب

Example

  • Τα λεωφορεία εκτελούν δρομολόγια [Συχνά] ανάμεσα στην πόλη και το αεροδρόμιο.
  • Buses run frequently between the city and the airport.
  • Εδώ το 'Συχνά' είναι η πιο φυσική επιλογή για συχνή επανάληψη.