Συγκέντρωση /siŋkén.dro.si/ Noun
- English
- concentration
- فارسی
- تمرکز
Example
- Αυτό το βιβλίο απαιτεί μεγάλη **συγκέντρωση** (πνευματική εστίαση / προσοχή / εγρήγορση) για να το κατανοήσεις.
- This book requires a great deal of concentration.
- Η «μεγάλη» είναι η μαγνητική λέξη εδώ.