Συγχωρώ /siŋxoˈro/ Verb
- English
- forgive
- فارسی
- بخشیدن
Example
- Μπορείς να με **συγχωρέσεις** (Συγχωρώ / Δίνω άφεση / Σαλεύω) για την παρεξήγηση;
- Can you ever forgive me for the misunderstanding?
- Το 'Συγχωρώ' είναι η απόλυτη λέξη για την άφεση προσωπικού λάθους.