Συμπονετικός /simbo̞neˈt͡sikos/ Adjective
- English
- sympathetic
- فارسی
- همدل
Example
- Ήταν μια [συμπονετική] ακροάτρια τις δύσκολες στιγμές μου.
- She was a sympathetic listener during my hardest week.
- Εδώ τονίζεται η ικανότητα να ακούει και να κατανοεί τον πόνο.