καταλήγω / συμπεραίνω /ka.taˈli.ɣo/ Verb
- English
- conclude
- فارسی
- نتیجهگیری کردن
Example
- Η κριτική επιτροπή [συμπεραίνει / καταλήγει / αποφασίζει] ότι ο κατηγορούμενος ήταν αθώος.
- The jury concluded that the defendant was innocent.
- Το 'συμπεραίνω' είναι το πιο ουδέτερο και λογικό.