σύμπτωμα /simptoma/ Noun

English
symptom
فارسی
نشانه

Example

  • Τα συνηθισμένα **σύμπτωμα** (ένδειξη / εκδήλωση / σημάδι) περιλαμβάνουν πυρετό και κόπωση.
  • Common symptoms include fever and fatigue.
  • Το 'σύμπτωμα' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.