Συμβουλεύω /simvuˈlevo/ Verb

English
advise
فارسی
مشورت دادن

Example

  • Ο γιατρός με **συμβούλεψε** να ξεκουραστώ περισσότερο.
  • The doctor advised me to get more rest.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος (τέλειος) για μία ολοκληρωμένη πράξη.