συναγερμός /sinaʝerˈmos/ Noun

English
alarm
فارسی
هشدار

Example

  • Αποφάσισε να κηρύξει τον [συναγερμός] (κίνδυνος / αναστάτωση / κραυγή) για την κρίση.
  • She decided to sound the alarm.
  • Εδώ το 'συναγερμός' λειτουργεί ως γενική ένδειξη κινδύνου.