Αποσύρομαι / Βγαίνω στη σύνταξη /aposíro̞me/ Noun
- English
- retirement
- فارسی
- بازنشستگی
Example
- Απολαμβάνει τη [συνταξιοδότηση] της στην εξοχή.
- She is enjoying her retirement in the countryside.
- Η 'συνταξιοδότηση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.