Συντηρητικός /sindirftikós/ Adjective

English
conservative
فارسی
محافظه‌کار

Example

  • Οι συντηρητικές απόψεις των γονιών του διαμόρφωσαν την ανατροφή του.
  • The conservative views of his parents shaped his upbringing.
  • Εδώ τονίζει την προσκόλληση σε καθιερωμένες αρχές.