συντήρηση /sintiˈrisi/ Noun

English
maintenance
فارسی
نگهداری

Example

  • Ο Δήμος πληρώνει για τη θέρμανση και την [συντήρηση] των κτιρίων. (Η [φροντίδα] / Η [επισκευή]) — της κτιριακής υποδομής.
  • The school pays for heating and the maintenance of the buildings.
  • Εδώ το 'συντήρηση' καλύπτει τα πάντα, από επισκευές μέχρι καθαριότητα.