μπλουζάκι /bluˈza.ci/ Noun

English
t-shirt
فارسی
تی‌شرت

Example

  • Φορούσε ένα ξεθωριασμένο τζιν και ένα παλιό [T-shirt] — της [μπλούζας / φανέλας / κοντομάνικης].
  • He was wearing a faded pair of blue jeans and an old T-shirt.
  • Το 'T-shirt' είναι η πιο συχνή επιλογή.