αναστατωμένος /anastatomenos/ Adjective

English
upset
فارسی
ناراحت

Example

  • Καταλαβαίνω πόσο **ταραγμένος** πρέπει να νιώθεις.
  • I understand how upset you must be feeling.
  • Εδώ το «ταραγμένος» (από το ρήμα ταράσσω) είναι η πιο ζεστή και κομψή επιλογή.