ταυτοποιώ /taf.to.piˈo/ Verb
- English
- identify
- فارسی
- شناسایی کردن
Example
- Κατάφερε να [ταυτοποιήσει] (προσδιορίσει / αναγνωρίσει) τον δράστη στη σειρά.
- She was able to identify her attacker in the lineup.
- Το τέλειο (ταυτοποίησε) τονίζει την επιτυχή ολοκλήρωση της πράξης.