Τέλεια /pɛrˈfɛktos/ Adverb
- English
- perfectly
- فارسی
- کاملاً
Example
- Είναι **τέλεια** φυσιολογικό να νιώθεις έτσι. [Τέλεια / Ακριβώς / Καθόλου] — Είναι απολύτως φυσιολογικό να νιώθεις έτσι.
- It's perfectly normal to feel like this.
- Το 'τέλεια' εδώ είναι η πιο ζεστή και συνηθισμένη επιλογή.