Τέλος /ˈtɛlos/ Noun

English
end
فارسی
پایان

Example

  • Είναι το **τέλος** μιας εποχής (η αυγή / η αρχή / η γέννηση) μιας εποχής.
  • It's the end of an era.
  • Το τέλος συχνά φέρνει μια γλυκόπικρη αίσθηση.