έχω την τάση να /ˈe.xo ti ˈtan.di na/ Verb

English
tend
فارسی
گرایش داشتن

Example

  • Τα φυτά τείνουν να αναπτύσσονται ταχύτερα με άμεσο φως. [Έχω την τάση / κλίνω προς / ροπιάζω] — τα φυτά
  • Plants tend to grow faster in direct sunlight.
  • Εδώ το 'τείνω' δηλώνει φυσική ροπή.