Τεντώνω / Τεντώσω /tenˈdo/ ΟυσιαστικόEnglishstretchفارسیکششExampleΑυτό το επικίνδυνο τέντωμα (διάστημα / οδικό μήκος) του δρόμου μας κράτησε σε αγωνία.A dangerous stretch of road.Εδώ το 'τέντωμα' λειτουργεί ως 'μήκος' ή 'τμήμα'.