Αίθουσα / Θάλαμος /aˈθusa/ (για Αίθουσα) Noun
- English
- chamber
- فارسی
- اتاق
Example
- Τα μέλη αποχώρησαν από τη δικαστική [θαλάμη] (αίθουσα συνεδριάσεων / αίθουσα / κοιλότητα) του συμβουλίου.
- The members left the council chamber.
- Εδώ το 'Θάλαμος' (Council Chamber) είναι το πιο επίσημο.