Θάρρος /ˈθar.os/ Noun

English
courage
فارسی
شجاعت

Example

  • Έδειξε μεγάλο θάρρος κατά τη διάρκεια της κρίσης. [Ανδρεία / Σθένος / Ψυχική δύναμη] — της: She showed great courage during the crisis.
  • She showed great courage during the crisis.
  • Το «θάρρος» είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.