θεατής /θeˈa(j)tis/ Noun

English
spectator
فارسی
تماشاگر

Example

  • Το νέο γήπεδο θα φιλοξενήσει 75.000 **θεατές**.
  • The new football stadium will hold 75,000 spectators.
  • Στα ελληνικά, το 'θεατής' είναι η μαγνητική λέξη για το κοινό σε αγώνες.