θεωρητικός /θe.o.riˈti.kos/ Επιθετικό
- English
- theoretical
- فارسی
- نظری
Example
- Το μάθημα προσφέρει μια **θεωρητική** προσέγγιση στη διοίκηση.
- The course provides a theoretical approach to management.
- Εδώ τονίζει την έμφαση στις αρχές, όχι στα εργαλεία.