θεραπεία /θɛrɐˈpi.a/ Noun
- English
- therapy
- فارسی
- تراپی
Example
- Υποβάλλεται σε **θεραπεία** (αποκατάσταση / αγωγή / φροντίδα) για τον τραυματισμό του στο γόνατο.
- He is receiving therapy for his sports injury.
- Η λέξη 'θεραπεία' καλύπτει και τη φυσικοθεραπεία.