Ψυχοθεραπευτής /psiçotʰerapiˈftis/ Noun
- English
- therapist
- فارسی
- درمانگر
Example
- Ο φυσικός μου θεραπευτής (αποκατάστασης / φυσιοθεραπευτής / ειδικός) με βοήθησε να ξαναπερπατήσω μετά το ατύχημα.
- My physical therapist helped me walk again after the accident.
- Συχνά χρησιμοποιείται ο όρος 'φυσιοθεραπευτής' για σωματική θεραπεία.