Θερμοκήπιο /θɛrmociˈpio/ Noun
- English
- greenhouse
- فارسی
- گلخانه
Example
- Κρατάμε τα σπορόφυτά μας στο [Θερμοκήπιο] τον χειμώνα.
- We keep our seedlings in the greenhouse during the winter.
- Το 'φυτώριο' είναι πιο κοντά στο 'nursery', αλλά το θερμοκήπιο είναι το κτίριο.